[λεξικό υφασμάτων]

Γκρο

Γκρο

Το «γκρο» προέρχεται από τις λατινικές λέξεις «γκρόσους γκράνα». Από το μεσαίωνα και μετά, περνώντας από τα γαλλικά και τα αγγλικά, αναφέρεται στην άγρια, χονδροειδή ύφανση.

 

Σήμερα, εκφράζει ένα ανθεκτικό ύφασμα συνήθως από συνθετικό μετάξι (ρεγιόν, βισκόζ) με ή χωρίς ποσοστό νάυλον, που ξεχωρίζει για τις ομοιόμορφες και έντονες κάθετες ρίγες του.
Πολύ δημοφιλές στη διακόσμηση, «ντύνει» από ράχες βιβλίων μέχρι μπομπονιέρες.

 

Λόγω της πυκνής του ύφανσης προτείνεται για κουρτίνα συσκότισης (πλαϊνή κουρτίνα).
Διατίθεται σε πολλούς συνδυασμούς χρωμάτων και σχεδίων και είναι κατάλληλο για όλους τους χώρους.

Γκρο (ύφασμα, με σχέδιο, δειγματολόγιο)
Γκρο με σχέδιο, δείγματα
Γκρο (ύφασμα, ύφή, λεπτομέρεια ύφανσης)
Γκρο, λεπτομέρεια ύφανσης
Γκρο (ύφασμα, δειγματολόγιο)
Γκρο (δειγματολόγιο, χωρίς σχέδιο)
X