[λεξικό υφασμάτων]

Λινό

Λινό

Νήματα που προέρχονται από τις κλωστικές ποικιλίες του φυτού λινάρι (ή λίνο) συναντάμε στην Ασία, ήδη από τη νεολιθική εποχή. Στην Αίγυπτο, πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια, έφτιαχναν με αυτό υφάσματα πολυτελείας και από εκεί διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο.

Ο τρόπος σποράς, το κλίμα της καλλιέργειας, οι διαδικασίες ξήρανσης και μουσκέματος (σάπισμα) των φύλλων δίνουν τις διαφορετικές ποιότητες των λινών νημάτων.

 

Τα λινά υφάσματα ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα δημοφιλή στην κλωστοϋφαντουργία για την αντοχή τους στο χρόνο και τη χρήση, την ευκολία επεξεργασίας και, συγκριτικά με το εξίσου δημοφιλές βαμβάκι, τη δυσκολία προσβολής τους από μύκητες και μικροοργανισμούς. Σήμερα προσφέρονται και υφάσματα «σαν λινό», με κάποιο ποσοστό συνθετικών νημάτων (συνήθως πολυεστερικά).

Η μικρή ελαστικότητα και η σχετικά σκληρή υφή τους, κάνει τα λινά να τσαλακώνουν εύκολα και να σιδερώνονται δύσκολα. Μαζί με τη δυσκολία βαφής τους, είναι ίσως τα μοναδικά «ελαττώματα» αυτών των ποιοτικών υφασμάτων.

 

Ανάλογα τη μέθοδο ύφανσης, το πάχος και την ποιότητα των νημάτων, διαθέτουμε από ανάλαφρα, αεράτα λινά υφάσματα σε φωτεινά χρώματα για εσωτερικές κουρτίνες (σκίασης), έως βαριά και αδιαφανή λινά σε διάφορα χρώματα για πλαϊνές κουρτίνες με μερική έως πλήρη συσκότιση (black out).

Οι λινές κουρτίνες είναι κατάλληλες για όλους τους χώρους.

Λινό (ύφασμα, με σχέδιο, δείγμα, ενδεικτικό)
Λινό με σχέδιο, ένα δείγμα
Λινό (ύφασμα, λεπτό και διαφανές, δείγμα)
Λινό (διαφανές), δείγμα
Λινό (ύφασμα, ποικιλία χονδρή και αδιαφανής, δείγμα)
Λινό, αδιαφανής ποικιλία
Λινό (ύφασμα, χωρίς σχέδιο, δειγματολόγιο χρωμάτων)
Λινό, δειγματολόγιο
X