[λεξικό υφασμάτων]

Ταφτάς (ταυτάς)

Ταφτάς ή ταυτάς

Η λέξη ταφτάς έχει πέρσικη προέλευση και σημαίνει στριφτό υφαντό.

Είναι ένα πυκνό, δύσκαμπτο αλλά ελαφρύ και πολύ απαλό στην αφή ύφασμα, μονής (βασικής) πλέξης, εξαιρετικής ποιότητας, που κατασκευαζόταν αρχικά από μετάξι και αργότερα από ρεγιόν, πολυεστέρα κλπ

 

Θεωρείται ύφασμα πολυτελείας, κάτι στο οποίο συμβάλλουν τόσο η υψηλή του ποιότητα όσο και η λάμψη του και είναι ιδιαίτερα δημοφιλές σε επίσημες ενδυμασίες (τουαλέτες, νυφικά κλπ), διακοσμητικά στοιχεία, κουρτίνες και, υπό συνθήκες, σε καλύμματα και υφάσματα επιπλώσεων.

Ένας κατάλληλα ραμένος ταφτάς μπορεί επίσης να είναι ιδιαίτερα ανθεκτικός: οι αδελφοί Μονγκολφιέ έφτιαξαν το πρώτο αερόστατο με ταφτά. Τα μόνα «αρνητικά» που θα μπορούσαμε ίσως να χρεώσουμε στον ταφτά, είναι οτι δεν «αναπνέει» ιδιαίτερα και οτι τσακίζει (τσαλακώνει) εύκολα.

Σήμερα μπορούμε να βρούμε μεγάλη γκάμα ταφτάδων: από αραχνοΰφαντα διαφανή (και υψηλού κόστους) μεταξωτά έως αδιαφανή (ή σχεδόν) πολυεστερικά.

 

Διαθέτουμε μεγάλη ποικιλία ταφτάδων υψηλής ποιότητας, σε πολλά σχέδια και χρώματα, καθώς και συνδυασμούς και τους προτείνουμε κυρίως για πλαϊνές κουρτίνες σαλονιού (συσκότισης) αλλά μπορούν να σταθούν σε κάθε χώρο. Διαθέτουμε επίσης και επιλεγμένες ποιότητες λεπτότερων ταφτάδων, κατάλληλες για κουρτίνες σκίασης (εσωτερικές) ή μονές-βασικές.

 

 

[Προτείνουμε να δείτε και τη σελίδα για τους μεταξωτούς ταφτάδες.]

Ταφτάς (ύφασμα, ταυτάς, χωρίς σχέδιο, δειγματολόγιο ΠΑΣΧΟΣ)
Ταφτάς χωρίς σχέδια, δείγματα
Ταφτάς (ύφασμα, ταυτάς με σχέδια, δείγματα ΠΑΣΧΟΣ)
Ταφτάς με σχέδια, δείγματα
Ταφτάς τσαλακωτός (ύφασμα, ταυτάς τσαλακωτός, χωρίς σχέδιο, λεπτομέρεια ύφανσης)
Ταφτάς τσαλακωτός, λεπτομέρεια ύφανσης
Ταφτάς (ύφασμα, ταυτάς, συνδυασμός με σχέδιο και χωρίς σχέδιο, δειγματολόγιο)
Ταφτάς, δειγματολόγιο
X